Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Η Ειδωλολατρία του μονοδιάστατου


 
 
 
 
 
Εδώ και πολλά χρόνια ο Στέλιος Ράμφος αποτελεί μια σταθερή φιγούρα του δημόσιου διαλόγου. Εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα σε εκπομπές και συναντήσεις μεγάλης εμβέλειας. Με κατοχυρωμένο το κύρος του Φιλόσοφου επεμβαίνει στην πολιτική συγκυρία.Η τελευταία εμφάνιση του ήταν στο συνέδριο της ΝΔ ,όπου ξεδίπλωσε μια συνεκτική άποψη για τα τεκταινόμενα της περιόδου. Ο Α.Πανταζόπουλος συνέδεσε την ομιλία  με το επίμετρο του τελευταίου βιβλίου του Σ.Ράμφου και το παρουσίασε ως πυκνή περίληψη του θεωρητικού σχήματος που καταθέτει στον δημόσιο διάλογο. Ο Α.Πανταζόπουλος βρήκε «εξαιρετική» την ομιλία του ΣΡ (πηγή) και κατέγραψε τα πορίσματα της (πηγή)

 

Το θεωρητικό μόρφωμα του Ράμφου αποτελείται από μια γνωμάτευση πραγματολογικού χαρακτήρα   και ένα εξηγητικό σχήμα που αρθρώνεται  στην  έννοια του «συλλογικού ατροφικού εαυτού» η οποία τεκμαίρεται , εκπορεύεται,  από τον «εσωστρεφή μη ανεκτικό κοινοτισμό της ανατολικής χριστιανοσύνης».

 

Το πραγματολογικό αυτονόητο δεδομένο είναι ο «ατελής εκσυγχρονισμός» . Η εξήγηση οργανώνεται πάνω στην παρουσίαση της κοινωνικής κοινοτικής μήτρας η οποία συγκροτείται με «άχρονα σύμβολα»  (1)και σχηματοποιείται ως «βουλημική οντότητα». Από αυτήν την «βουλημική οντότητα» εκπορεύεται ,εκβάλει η έννοια του «συλλογικού ανήλικου»

 

Υποστηρίζω πως το θεωρητικό σχήμα του ΣΡ , για το οποίο ο ΑΠ ενθουσιάζεται τόσο, πάσχει πολλαπλά.  Έχει τόσο πραγματολογικά όσο και μεθοδολογικά προβλήματα.  Ας υποθέσουμε , κατ’ αρχάς, ότι το αυτονόητο δεδομένο του «ελλείποντος εκσυγχρονισμού» ισχύει (2). Άραγε ένα τέτοιο έλλειμα μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις έννοιες του «συλλογικού ανήλικου»  ,της «κοινοτικής μήτρας» και της συνάφειας τους;

 

Δεν υπάρχουν «Νόμοι της Ιστορίας» αλλά στοιβάδες -επίπεδα της πραγματικότητας ( δημογραφικά, κλιματικά ,τεχνικά ,οικονομικά , ψυχολογικά, διανοητικά) τα οποία αλλάζουν και κινούνται σε διαφορετικές ταχύτητες . Οι στοιβάδες -επίπεδα αλλάζουν ταχύτητες , συνδυάζουν τις ενέργειες τους με ακανόνιστους τρόπους και μας ξαφνιάζουν με τις εκπλήξεις τους.

 

Η παρατήρηση ανήκει στον Lescek Kolakowski (1927-2009) (πηγή) . Σε ένα κείμενο του 1986 ,με τίτλο η «Ειδωλολατρία του Πολιτικού» άσκησε κριτική σε όλα τα ρεύματα , φιλελεύθερης ή μαρξιστικής προέλευσης που απολυτοποιούν επιλεκτικά ορισμένα επίπεδα της κοινωνικής ανάλυσης.

 

Το πρόβλημα λοιπόν, με το σχήμα των ΣΡ-ΑΠ είναι ότι αυτό βασίζεται μονομερώς  σε ένα επίπεδο της κοινωνικής συγκρότησης :αυτό της θρησκευτικής φιλοσοφικής ιστορικής θεμελίωσης.  Η αναζήτηση των αιτιών αποκλειστικά μόνο σε αυτό το επίπεδο συγκρούεται με την πραγματικότητα ή καταλήγει σε ταυτολογία.

 

Γιατί άραγε η ομόδοξη Κύπρος, το ισχυρά εθνοθρησκευτικό Ισραήλ , η αρχαϊκά τελετουργική Ιαπωνία  μπορούν και οργανώνονται  με έναν αρτιότερο εκσυγχρονισμό;

 

Είναι απορίας άξιο πως ένας κοινωνικός επιστήμονας όπως ο ΑΠ δέχεται την έννοια της «παγωμένης κοινότητας» και «ακινητοποιημένης ταυτότητας» .Ταυτόχρονα παρουσιάζεται ως  κυρίαρχη μορφή διεκδίκησης από το κράτος η μερικότητα , λες και είναι μόνο  τυπικό ελληνικό φαινόμενο, ενώ αυτό είναι χαρακτηριστικό του σύγχρονου κράτους και  αντικείμενο κριτικής και μελέτης από διάφορες σχολές σκέψης ( Δημόσια Επιλογή κλπ).

  

Για να μην συγκρουστεί με την πραγματικότητα ο ΑΠ, αναφέρει οι «κακοί αρχαϊστές, οι παραδοσιολάτρες, οι ταυτοτικοί» υπάρχουν και σε άλλες κοινωνίες ,αλλά εκεί υπάρχουν αντιστάσεις απέναντι τους. Επειδή σε αυτήν  την ερμηνεία  δεν εισάγονται άλλα επίπεδα ανάλυσης ,τελικά όλα ανάγονται στην θρησκευτική φιλοσοφική θεμελίωση. Όμως αν ακολουθήσουμε το ερμηνευτικό σχήμα του ΣΡ ,τότε στις άλλες κοινωνίες  οι αντιστάσεις αρθρώνονται γιατί  οι «κακοί αρχαϊστές, οι παραδοσιολάτρες, οι ταυτοτικοί» έχουν μια λιγότερο αρχαϊκή ή ταυτοτική θρησκευτική φιλοσοφική θεμελίωση;

 

Το ενδιαφέρον με τον  ΣΡ είναι πως ενώ τυπικά τοποθετεί τον εαυτό του πέρα από την   παραδοσιακή , αυτοναφορική αριστερά , το μονομερές ερμηνευτικό του σχήμα είναι τυπικά και μορφολογικά ισοδύναμο με τα πρώιμα ,αδρά σχήματα του Ιστορικού Υλισμού. Μόνο που στη θέση της «βάσης» αντί να τοποθετήσει την οικονομία , τοποθετεί τη θρησκευτική θεμελίωση και μέσω ενός υποτιθέμενου μηχανισμού αιτιότητας «βάσης-εποικοδομήματος» καταλήγει στα συμπεράσματα του (3)

 

1.-Σε άλλο κείμενο ο ΣΡ έχει αναφερθεί αναλυτικά σε μια υποτιθέμενη δυσανεξία του Ελληνικού σχηματισμού με τον χρόνο. Μάλιστα έχει αποδώσει στον Αγγελόπουλο την αισθητική αποτύπωση του «ασάλευτου χρόνου» ως στοιχείου ιστορικής και κοινωνικής καθήλωσης. Η κριτική του ΣΡ αντιλαμβάνεται τον  χρόνο σαν  γραμμική και μονοδιάστατη  διαδρομή . Αφαιρεί από τον αισθητικό κόσμο του Αγγελόπουλου τον ιστορικό  πολιτικό χώρο και έτσι κατανοεί τα flash back σαν κινηματογραφικά τεχνάσματα επιστημονικής φαντασίας. Περισσότερα (πηγή)
2.-Η έννοια του ατελούς εκσυγχρονισμού προϋποθέτει την ύπαρξη ενός άρτιου , ολοκληρωμένου εκσυγχρονισμού. Όμως η συγκυρία αποκαλύπτει ατέλειες, αναχρονισμούς, ατταβισμούς σε όλες τις «εκσυγχρονισμένες» κοινωνίες. Τα «εσωτερικά Εξάρχεια» δεν είναι ελληνικό προνόμιο. Η υπόθεση Breivik στην Νορβηγία είναι χαρακτηριστική.   
3.- Είναι προβληματικό το επαναλαμβανόμενο ερμηνευτικό μοτίβο περί του συλλογικού «νηπίου» και των «νηπιακών συμπεριφορών». Στο πνεύμα αυτό ο ΣΡ προχωρεί σε ψυχαναλυτικού τύπου γνωματεύσεις για την ψυχική - χαρακτηρολογική κατάσταση των κυβερνώντων, απλοποιώντας περαιτέρω το πρόβλημα. Η ατομική ψυχαναλυτική κατάσταση του «νηπίου» και η ιστορική -πολιτική αποτίμηση της «νηπιακής συμπεριφοράς»  δεν έχουν απλή συσχέτιση και συνάφεια. Αυτές οι  άμεσες συσχετίσεις παραπέμπουν περισσότερο σε ποπ ψυχανάλυση των εβδομαδιαίων περιοδικών.

 

 
Έλλειμα Ελευθερίας

Α.Πανταζόπουλος

  
Η πραγματικότητα κακοπαθαίνει, γιατί η ιδεολογία παρέχει την αφ’ υψηλού εγγύηση της κυριαρχίας των «ενστίκτων» πάνω στο κοινό καλό. Ένα από τα σλογκανικά αιτήματα της μεταπολίτευσης, ο χρυσούς κανόνας της κοινότοπης προοδευτικής σκέψης, ήταν «δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς δικαιοσύνη».

 

Ο Στέλιος Ράμφος το αντιστρέφει, βλέποντας σε αυτό ένα σπέρμα ολοκληρωτισμού: δεν υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς ελευθερία, θα υποστηρίξει, καταφέροντας, νομίζουμε, μέσω αυτής της αναιρετικής αντιστροφής να υποδείξει τον πυρήνα μιας συλλογικής «αλογίας», την παράδοξη «λογική» της, οι φορείς της οποίας ανήγαγαν το στίγμα σε έμβλημα. Στο «Επίμετρό» του ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις δύο κορυφαίες παρατηρήσεις του, η οποία συνιστά, ταυτοχρόνως, θεμελιώδη κριτική του ολοκληρωτισμού, αλλά και μιας ελληνικής νοοτροπίας που δανείζεται από αυτόν τον ολοκληρωτισμό τον ομαδισμό του, μια ιδρυτική αγελαία του έξη που φράζει όλους τους δρόμους προς ένα ελεύθερο μέλλον.

 

Ο ατροφικός εαυτός βολεύεται στην ανεύθυνη, ανήλικη φαντασίωση, στην φαντασιωτική ταυτότητα των εθιμικών συγκινήσεων που τις εκλαμβάνει ως πραγματικότητα, στη θέση της υπαρκτικής πραγματικότητας που γίνεται αντικείμενο εξορκισμού, συνωμοσιολογικής παρανόησης, βολονταριστικής υπέρβασης, μέσω της οποίας βολεύονται όλες οι ιδιοτέλειες, όλες οι πελατείες.

 

Ο εσωστρεφής και μη-ανεκτικός κοινοτισμός της ανατολικής χριστιανοσύνης έρχεται αρωγός της παγωμένης ταυτότητας, της ακινητοποιημένης κοινότητας, που αναζητά πάντα έξω από αυτήν τους λόγους της αέναης δυσφορίας της. Γιατί αυτή η κοινότητα μόνον κατ’ όνομα είναι κοινωνία, στην ουσία διέπεται από νεκρά σύμβολα, αυτονομημένα από τις συνθήκες παραγωγής τους.

 

Η ελληνική κοινωνία είναι όντως μια κατεχόμενη κοινωνία όχι όμως από τους άλλους, από τους ξένους αλλά από τον εγκλωβισμό στο είδωλό της, τη μίζερη αυτο-θυματοποίησή της. Μετανεωτερικός μεσαίωνας, παρά τους πολλαπλούς εκσυγχρονισμούς, που αδυνατούν να εκσυγχρονίσουν την χώρα διότι, πέραν των κοινοτικών αντιστάσεων, ποτέ δεν μπορούν να συλλάβουν οι κατά καιρούς φορείς αυτών των εκσυγχρονισμών το μείζον πρόβλημα, να κόψουν τον ομφάλιο λώρο: την πολιτικο-πολιτισμική συνθήκη υπανάπτυξης η οποία υπονομεύει και το πιο φιλόδοξο, το αρτιότερο οικονομικό σχέδιο εκσυγχρονισμού.

 

Ποιο είναι το «πρόβλημα»; Είναι, λέει ο Ράμφος, και αυτή εδώ είναι η δεύτερη κορυφαία του παρατήρηση, η αναιμία του δημόσιου, η υποκατάστασή του από το μερικό, το ιδιαίτερο, που πνίγει τόσο το κοινό όσο και το ατομικό, τον εαυτό. Το κράτος από φορέας κοινωνικής συνοχής, που εν-χρονίζει την κοινωνία, όπως ο Ράμφος θα επισημάνει στην εξαιρετική του παρέμβαση στο πρόσφατο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, λειτουργεί, δέσμιο της κοινωνικής του ομηρίας, του συντεχνιακού του εκκοινωνισμού, ως εκφραστής του μερικού.

 

Η κρατική φεουδαλικότητα είναι το μείζον πρόβλημα, όχι το «μικρό» ή το «μεγάλο» κράτος, οι πολλοί ή οι λίγοι δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν είναι η αριθμητική, αλλά η πολιτική το μείζον. Είναι η σύγχυση των πολιτικών και κοινωνικών λειτουργιών, η διαρκής κρίση της αυτονομίας του πολιτικού, που παράγει την αναχρονιστική ελληνική δυστοπία. Όπως θέλουμε τον άγιο δίπλα μας, έτσι θέλουμε και τον βουλευτή όργανό μας, το άψυχο πρόσωπο κατατρώει το ενσυνείδητο άτομο, αφού προηγουμένως έχει υπονομεύσει την «αρχή», μεταβάλλοντας την πολιτική κοινότητα σε μερικευτική κοινότητα συμφερόντων και συναισθημάτων. ΄Ετσι, η φιλελεύθερη αντιπροσώπευση γίνεται «εκπροσώπηση», ο θεσμός δεν αντιπροσωπεύει το συλλογικό συμφέρον, αλλά «ενσαρκώνει» παρακλήσεις και επιθυμίες, μη συναρτημένες με την πραγματικότητα βουλήσεις. Δημόσιο γίνονται τα θέλω, και ο πολιτικός γίνεται παράκλητος στο εσωτερικό μιας άχρονης βουλημικής κοινότητας. Της οποίας τα άψυχα μα πανίσχυρα σύμβολα (θρησκευτικά και «πολιτικά») φυλακίζουν αυτάρεσκα τα ατομικά νοήματα, εξυπακούεται με τη χαρούμενη συγκατάθεση του εθισμένου λαού, της ενιαίας του βούλησης, των εθιμικών του αναπαραστάσεων, της καθιερωμένης παράδοσης. που καλύπτει με χώρο τον χαμένο χρόνο της ανεύρετης καθολικότητας.

 

Ο ενοριακός κομμουνισμός (παρά το ξεθύμασμα τόσο της μιας όσο και του άλλου) παραμένει πάντα η βασική οργανώτρια επανάληψη του νεοελληνικού τροπισμού. Ο ορατός λαϊκισμός δεν είναι παρά η «πολιτική» μορφή που παίρνει σήμερα η αέναη επάνοδος του ίδιου. Μιας «ταυτότητας» που «πίνει το αίμα του εαυτού και μας κρατεί πίσω».       

 

Αυτή η κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού και, συνεπώς, του νεωτερικού κράτους είναι ο πυρήνας του ελληνικού προβλήματος. Η μη κατανόησή του ισοδυναμεί με αυτο-υπονόμευση κάθε εκσυγχρονιστικού πειράματος. Γι αυτό και η ελληνική κρίση πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται στην σχετική της ανεξαρτησία από τη διεθνή (οικονομική) κρίση. Η επίκληση της δεύτερης δεν μπορεί να αποτελεί πρόσχημα μετάθεσης των αιτίων της πρώτης. Τα πρωτεία δεν ανήκουν στην «οικονομία». Αυτή μπορεί να βολεύεται κάτω από όλα τα καθεστώτα. Στόχος της νεωτερικής πολιτικής, θα λέγαμε, είναι η ελευθερία. Αυτό είναι ο εκσυγχρονισμός. Και αυτό είναι το νεοελληνικό έλλειμμα, έλλειμμα «κουλτούρας» και όχι «επενδύσεων». Και το έλλειμμα των εκσυγχρονιστών, κεντροδεξιών και κεντροαριστερών.

 

Με την έννοια αυτή, το θέμα δεν είναι μόνον οι κακοί αρχαϊστές, οι παραδοσιολάτρες, οι ταυτοτικοί, ο αντιδραστικός λαϊκισμός, στοιχεία και καταστάσεις που συναντώνται σε όλες λίγο-πολύ τις κοινωνίες, αλλά η απουσία αποτελεσματικών αντιστάσεων σε αυτές. Εξ άλλου, ο ρητορικός αντι-τεχνοκρατισμός του λαϊκισμού πάντα βρίσκει ένα σημείο ισορροπίας με την «οικονομία». Ο ρεαλισμός του, όταν περάσει η φούγα της καταγγελίας, συμβιβάζεται κακήν κακώς με την ευελιξία της, αν, μάλιστα, δεν την προωθεί. Σε βάρος όμως της συνθήκης ελευθερίας που αποτελεί την προϋπόθεση της ατομικής ανάπτυξης. Ο εκσυγχρονισμός ή θα είναι πολιτικός ή, αλλιώς, δεν θα υπάρξει.           

 

Ομιλία στο συνέδριο της ΝΔ

Σ.Ράμφος

Κάνω τη σκέψη ότι είναι μετά την πολύ πιθανή νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις ερχόμενες εκλογές, κάνω τη σκέψη ότι θα αρχίσει ένας Γολγοθάς για τη Νέα Δημοκρατία. Θα είναι μια νίκη με πολύ ζόρι μετά. Και θέλω να πω ακόμη ότι αυτή η δύσκολη συνέχεια αυτής της πολύ πιθανής νίκης, ενδεχομένως με περιπλοκές όσον αφορά το σύστημα το εκλογικό, με χαώδεις καταστάσεις οι οποίες μπορεί να ακολουθήσουν, με δεδομένα τα πλαίσια των δυνατοτήτων ασκήσεως πολιτικής, οικονομικής ή άλλης φύσεως. Είναι πολύ πιθανόν με την περιορισμένη ελευθερία κινήσεων να δημιουργήσει προβλήματα τα οποία πολύ γρήγορα τον ενθουσιασμό να τον κατασιγάσουν. Σκέπτομαι λοιπόν αυτήν την περίπτωση προς αντιμετώπιση. Λοιπόν, σκέπτομαι ότι προς υπερνίκηση των δυσχερειών χρειάζεται μια στρατηγική λογική ιδιαίτερη προς δύο κατευθύνσεις. Προς μια κατεύθυνση αντοχής και προς μια κατεύθυνση πρωτοβουλίας.

Και ακριβώς για αυτό το λόγο θα προσπαθήσω πολύ επιγραμματικά να μιλήσω για αυτή τη στρατηγική σήμερα. Θα μιλήσω δηλαδή για δυο πράγματα: Για το θέμα της εμπιστοσύνης και για το θέμα της πρωτοβουλίας υπό την έννοια μιας πολιτικής απέναντι στο Κράτος. Έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί το πολιτικό σύστημα και επομένως όλα τα Κόμματα είναι απαξιωμένα στις συνειδήσεις από μεγάλους αριθμούς πολιτών και για αυτό το λόγο όχι μόνο οι άνθρωποι είναι ζαλισμένοι, γιατί ακριβώς δεν έχουν τα στοιχεία της απαξιώσεως, αλλά διότι άνθρωποι που θα μπορούσαν να αναμιχθούν δεν αναμειγνύονται. Και βεβαίως, έχουμε μια πολιτική σκηνή όπου πλήθος προβληματικών ανθρώπων μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο. Θέλω να πω ότι η γενναία χειρονομία που θα θεμελιώσει πολιτικά έναν αξιακό προβληματισμό εμπιστοσύνης είναι εκείνη η οποία ακριβώς θα φέρει ένα καινούργιο κλίμα στα πολιτικά πράγματα. Και έγκειται για εμένα στην απόφαση - ακόμα και συνεδριακή αν θέλετε - ενός απολογισμού θετικών και αρνητικών επιδόσεων της Νέας Δημοκρατίας στα 43 χρόνια από την ημέρα που γεννήθηκε. Θεωρώ ότι είναι πολύ κρίσιμο το στοιχείο αυτό. Γιατί εάν κανείς δεν αναλαμβάνει μαζί με τα θετικά του και τις ευθύνες του ο κλονισμός της εμπιστοσύνης θα παραμένει και η λογική της ψηφοφορίας θα εξαντλείται κάθε φορά στους μονοφθάλμους οι οποίοι είναι καλύτεροι από τους τυφλούς.

Βεβαίως με αυτόν τον τρόπο θα υπάρξουν ορισμένα αποτελέσματα.  Δηλαδή θα κλονιστεί η αντίληψη ότι όλοι είναι ίδιοι. Θα αναληφθούν ευθύνες από εκείνους οι οποίοι θα έχουν μπροστά τους τον απολογισμό των θετικών, που είναι πολλά, και των αρνητικών που είναι αξιοπρόσεχτα. Θα πάψουν οι συμψηφισμοί ως στοιχείο του πολιτικού βίου. Η πολιτική που θα δικαιώσει τον εαυτό της αναλαμβάνοντας ευθύνες, θα ξεπεράσει την πολιτική με εισαγωγικά. Θα επιβεβαιώσει ότι όντως ο πολιτικός που την ασκεί ενδιαφέρεται  για τα κοινά και όχι για την εξουσία. Μια εξουσία δηλαδή, που θα παραμείνει μέσον και όχι σκοπός, πράγμα το οποίο τινάζει στον αέρα βεβαίως ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία. Μπορεί κάποιος ή κάποιοι να έχουν κάνει λάθη, αλλά το να κάνεις λάθος, δεν σημαίνει ότι είσαι και λάθος. Και όπως ξέρετε, αμαρτία εξομολογημένη περνάει. Το κυριότερο είναι σε αυτές τις περιπτώσεις, ότι χωρίς αυτοέλεγχο, χωρίς αυτοεξέταση, δεν μπορεί να σεβαστεί κανείς τον εαυτό του, όσο καλές προθέσεις να νομίζει ότι έχει. Και  όταν δεν σέβεσαι τον εαυτό σου, η ευθυνοφοβία σε σπρώχνει στην απραξία και η απραξία, όπως ξέρετε είναι το τέλος κάθε πολιτικής. Και αν μου πει κανείς και η εσωστρέφεια τι θα γίνει; Αν αρχίσουμε και λέμε ποιος έκανε και ποιος δεν έκανε λάθη τι θα γίνει η εσωστρέφεια; Θα πρέπει να ξέρουμε ότι εκείνος ο οποίος εξετάζει τον εαυτό του και πράττει τον αυτοέλεγχο αναβαπτίζεται στην ελευθερία που κερδίζει απέναντι στον εαυτό του με το να αναγνωρίζει αδυναμίες. Και είναι πολύ σημαντικό, ηθικό στοιχείο, για μια πολιτική, η οποία ηθικά πάσχει ή ηθικά είναι τραυματισμένη ή ηθικά βάλλεται.

Αποκτά λοιπόν αυτοπεποίθηση. Τον περιβάλλουν με εμπιστοσύνη, εκείνος  ο οποίος ξέρει με θάρρος να αναγνωρίζει. Και βεβαίως οι επιδόσεις του, οι αρνητικές που γίνονται θετικές, αυξάνονται, καθώς αυξάνεται και η ενέργειά του. Ενώ όπως ξέρουμε, η μειωμένη ενέργεια, η απραξία ενός ανθρώπου και περισσότερο ενός πολιτικού, οδηγεί τις ψυχές σε μία αρνητική αποφόρτιση, η οποία αν δεν οδηγήσει σε ψευδαισθήσεις, οδηγεί σε μία παθητικότητα εξίσου βλαβερή. Το κυριότερο, όμως, στις περιπτώσεις μιας γόνιμης αυτοκριτικής, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εικόνες επανασυνδέονται με την πραγματικότητά τους σε αυτή την περίπτωση. Και επειδή ακριβώς επανασυνδέονται πια, με την πραγματικότητά τους, μπορούμε να σκεφτούμε μία διαφορετική διαχείριση των πολιτικών προβλημάτων.

Χωρίς αυτοκριτική, το μόνο που μένει στον πολιτικό είναι η προπαγάνδα και η παραπλάνηση, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να κρυφτούν και να καλυφθούν οι αδυναμίες διαφορετικά. Αυτά για το σκέλος της αμύνης, τη στρατηγική της αντοχής. Όποιος ομολογεί τα λάθη αντέχει, ό,τι και να συμβαίνει, ό,τι και ατυχίες και δοκιμασίες να περνάει. Το δεύτερο σκέλος του σκεπτικού μου, θα μιλήσω λίγο για το κράτος. Το οποίο ακριβώς είναι ο σταυρός της πολιτικής και το κομβικό σημείο μονίμου παθογένειας στη χώρα μας. Γνωρίζουμε όλοι χονδρικά τις παθογένειες. Γραφειοκρατίες, αναποτελεσματικότητες, τυραννικές συμπεριφορές, όλα αυτά τα πράγματα θα μπορούσε να απαριθμεί χωρίς τέλος. Γνωρίζουμε όλοι επίσης την οφειλόμενη προσφορά του κράτους προς την κοινωνία. Δηλαδή, ασφάλεια, παιδεία, πρόνοια, δικαιοσύνη, όλα αυτά τα πράγματα.

            Όλα είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού. Υπάρχουν άνθρωποι που τα ξέρουν πάρα πολύ καλά. Αλλά τίποτα δεν διορθώνεται. Οι 1.400 δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν απτόητες, η άρνηση των αξιολογήσεων εξακολουθεί αρειμανίως, στους δημοσίους υπαλλήλους προστίθενται 60.000 συμβασιούχοι, και ούτω καθεξής. Το επιμύθιο είναι ότι με όλη την καλή διάθεση, χρόνια και χρόνια, το Κράτος Άγιος Βασίλης παραμένει ισχυρό και πολυπλόκαμο, ενώ άνθρωποι που τα ξέρουν πολύ καλά και έχουν τις καλύτερες προθέσεις δεν είναι σε θέση, δεν μπορούν να παρέμβουν και με κυβερνητική δύναμη και εξουσία δεν μπορούν να παρέμβουν και να αλλάξουν κάτι τι σε όλη αυτή τη συνθήκη. Ακόμη και οι μνημονιακές υποχρεώσεις έχουν επιδερμικά αποτελέσματα, διότι δεν καταλαβαίνουν κιόλας οι τρόικες περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Αισθανόμαστε λοιπόν όλοι και ομολογούμε τη σοβαρότητα του ζητήματος, αλλά φαίνεται ότι χάνουμε κάτι στο πρόβλημα. Αυτό το «χάνουμε κάτι» θα ήθελα να υπογραμμίσω σήμερα.
         
Θα έλεγα λοιπόν ότι μολονότι γνωρίζουμε πάρα πολλά πράγματα, παραβλέπουμε τον πυρήνα του προβλήματος του Κράτους, όπως έχει διαχρονικά, θα έλεγα δηλαδή ότι μας διαφεύγει ένα αόρατο κέντρο και ταυτοχρόνως απολύτως προφανές. Εάν αυτό το κέντρο δεν το πολιορκήσουμε, εάν δεν μπορέσουμε να το προσπελάσουμε, θα είναι μάταιες και οι πιο τίμιες προσπάθειες. Θα είναι άχρηστες και οι πλουσιότερες γνώσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, λέω ότι ο εντοπισμός αυτού του προβλήματος θα πρέπει να αποτελέσει πρωτεύοντα πολιτικό στόχο μιας Κυβερνήσεως πραγματικής αλλαγής. Αν δεν αλλάξει αυτό, δεν αλλάζει τίποτε. Και έτσι, θα μπορέσουμε στο μέτρο που αυτό το πράγμα γίνεται συνειδητό, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις πολιτικής βουλήσεως. Γιατί όταν δεν ξέρουμε ένα πρόβλημα, τότε η πολιτική μας βούληση εξουδετερώνεται, ακόμη κι αν θα θέλαμε να είναι ακμαία.
         
Επομένως, ο εντοπισμός του προβλήματος έχει ως συνέπεια την επίταση, την αύξηση και τη δικαίωση μιας ισχυρής πολιτικής βουλήσεως. Το σοβαρό λάθος που γίνεται επί μονίμου βάσεως είναι ότι στο σκεπτικό μας συγχέουμε το αρχαίο και το μεσαιωνικό Κράτος με το πολύ διαφορετικό του νεωτερικό Κράτος, με το σύγχρονο Κράτος. Το αρχαίο και το μεσαιωνικό Κράτος ταυτίζονται με την κοινωνία. Έχει μεγάλη σημασία αυτό το πράγμα να το ξέρουμε. Επομένως, είναι αχρείαστοι οι θεσμοί, δεν υπολογίζονται πολύ αυτά τα πράγματα. Το σκεπτικό είναι ότι η κοινωνία και το κράτος είναι συνδεδεμένα ακριβώς σε μια σχέση κεφαλιού και μελών του σώματος. Η συνέπεια αυτού του πράγματος  είναι η γνωστή παλαιά απολυταρχική εξουσία η οποία με τη σειρά της διεκδικεί να είναι η συνεκτική δομή της κοινωνίας.  Δηλαδή η απολυταρχική εξουσία δένει την κοινωνία. Αυτό είναι το παλιό κράτος. Το νεότερο Κράτος διακρίνεται από την κοινωνία, πρέπει να το έχουμε καθαρό στο μυαλό μας αυτό. Το νεότερο Κράτος διακρίνεται από την κοινωνία. Είναι πολιτικός εγγυητής της συνοχής της κοινωνικής.

Και υπ΄ αυτή την έννοια αποτελεί το πεδίο του κοινού συμφέροντος.  Όχι πια ιδίων συμφερόντων επιμέρους και ούτω το κάθε εξής. Για την ακρίβεια να το πούμε πιο καθαρά. Στη μεν σύγχρονη κοινωνία οι άνθρωποι, κοινωνία λέω και πάλι, οι άνθρωποι ικανοποιούν ελεύθερα τις υλικές και τις πνευματικές τους ανάγκες.  Ενώ το σύγχρονο Κράτος ορίζει τον κοινό σκοπό της πολιτικής συνυπάρξεως των ανθρώπων που είναι η ελεύθερη αυτοπραγμάτωση τους κ.λ.π. Άρα, άλλη η δουλειά του Κράτους, κοινός σκοπός, ένα πράγμα αυτό, άλλη η δουλειά της σύγχρονης κοινωνίας, ικανοποιούν τις ανάγκες τους υλικές και πνευματικές οι άνθρωποι. Δυο πράγματα ξεχωριστά. Το Κράτος σκοπεύει, δείχνει τη σκόπευση ποια θα είναι. Υπ΄ αυτή την έννοια λοιπόν το μόνο που μπορεί να συμβεί σαν εκτροπή στην εποχή μας είναι οι γνωστές εκτροπές των ολοκληρωτισμών οι οποίοι επαναφέρουν ανοιχτά ή συγκεκαλυμμένα το μερικό συμφέρον και τις ιδεοληψίες του παλαιού Κράτους. Δηλαδή, η εθνικοσοσιαλιστική και κομμουνιστική εμπειρία είναι η προσπάθεια της αναχρονιστικής επιστροφής στο παλιό κράτος όπου κοινωνία και κράτος ήταν ένα.  Έχει σημασία να καταλάβουμε για τι πράγμα μιλάμε.

Και μπαίνουμε τώρα στην ουσία. Είπαμε στην αρχή, το Κράτος είναι ο σταυρός της νεότερης Ελλάδος. Πού έγκειται η κρίση;  Η κρίση έγκειται στο γεγονός ότι ζούμε ένα σχήμα νεωτερικού συγχρόνου κράτους με προνεωτερικούς όρους και νοοτροπίες. Ενώ είναι το κοινό αγαθό η σκόπευση είναι το οικογενειακό συμφέρον που πρωτεύει. Αν δεν το καταλάβουμε αυτό δεν θα καταλάβουμε την κρίση τη δομική του ελληνικού Κράτους. Υπ΄ αυτή την έννοια λοιπόν βλέπουμε το Κράτος σαν μηχανισμό αυτοσυντηρήσεως. Η δε πολιτική τάξη το χρησιμοποιεί συνήθως ως λάφυρο προς εξαγορά ψήφων πράγμα το οποίο τι κάνει;  Κρατάει την κοινωνία σε νηπιακή κατάσταση. Η κοινωνία μας έχει νήπια σε μεγάλο βαθμό.  Εξ ου και οι αποφάσεις οι νηπιακές που κατά καιρούς λαμβάνονται. Και όχι μόνο αυτό αλλά διαμορφώνονται και σχήματα παράδοξα έως δύσκολα που δεν χρειαζόταν ας πούμε να δημιουργούνται.  Όπως ας πούμε το γεγονός ότι στην εμπλοκή της κοινωνίας με το κράτος που ζούμε, ενώ το σχήμα το συνταγματικό θέλει τα πράγματα διαφορετικά παρεμβάλλονται στοιχεία που καθιστούν ακόμα πιο προβληματικό, πιο επώδυνο το πρόβλημα. Δηλαδή, ξαφνικά βρίσκουμε θεσμούς πνευματικούς με κοινωνική σημασία, να είναι Νομικά Πρόσωπα  Δημοσίου Δικαίου, όπως η Εκκλησία. Είναι ανωμαλία δομική αυτό το πράγμα. Είναι ανωμαλία δομική, όχι υπό την έννοια ότι δεν είναι τιμημένο πράγμα η Εκκλησία. Ότι η χριστιανική ή θρησκευτική πίστη δεν είναι σπουδαίο πράγμα, ότι δεν υπάρχει μεγάλη πνευματική παράδοση.

Αλλά ότι η εμπλοκή μιας τέτοιας δομής, σε ένα Κράτος που λειτουργεί σε άλλο επίπεδο από την κοινωνία, δημιουργεί προβλήματα πάρα πολύ σημαντικά, είτε πρόκειται για βιβλία σχολικά, είτε πρόκειται για ρυθμίσεις σχέσεων ανθρώπων ή δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να συμβεί. Αυτά ανεξαρτήτως του σεβασμού που πρέπει να οφείλει κανείς, της τιμής που πρέπει να αποδίδει κανείς, σε αυτές τις δομές με ιστορική σημασία, με μεγάλη πνευματική παράδοση, με όλα αυτά τα πράγματα. Όμως, το δεύτερο στοιχείο που προεκτείνει το γεγονός ότι δίνει το σκοπό το Κράτος στην κοινωνία, το δεύτερο στοιχείο, το οποίο είναι το απολύτως κρίσιμο, είναι κάτι το οποίο πρέπει να το καταλάβουμε καλά. Ότι το Κράτος το σύγχρονο δεν συνενώνει απλώς υπό την εξουσία του μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή κάποιες αυτοκρατορίες των νεότερων χρόνων ας πούμε. Δεν είναι αυτό η δουλειά του. Αλλά, ορίζοντας τον σκοπό της κοινωνίας στην προοπτική του κοινού καλού, επιτελεί το Κράτος ένα κρισιμότατο λειτούργημα. Ποιο είναι το κρισιμότατο λειτούργημα; Μεταδίδει κίνηση στην κοινωνία. Εάν το Κράτος δεν λειτουργεί, βαλτώνει η κοινωνία, ο μηχανισμός παραγωγής και προβολής κινήσεως, η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας λόγω σκοπού είναι το κράτος. Όταν έχουμε εμπλοκή των δύο, τα πάντα είναι βαλτωμένα και ιδανικό είναι ένα ασάλευτο παρόν εξ ου και θρησκευτικοί άλλοι θεσμοί με προοπτικές αιωνιότητας και τέλους του χρόνου, δεν μπορούν να εμπλακούν σε αυτή την ιστορία, παρά μόνο σε επίπεδο Ιδιωτικού Δικαίου, κοινωνίας, πολιτών κανονικά κ.λ.π.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι αν δεν έχουμε συνείδηση ότι το κράτος σαν ηλεκτρικό ρεύμα, μεταδίδει κίνηση στην κοινωνία, δεν είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τι θέλουμε εμείς από το Κράτος. Η ακατανοησία αυτού του κομβικού λεπτού σημείου, οδηγεί στην αδυναμία επί 200 χρόνια να μην μπορούμε να κάνουμε κάτι με αυτή την ιστορία, γιατί όλο μιλάμε για κακώς κείμενα. Πολλοί υπάλληλοι, όντως πολλοί υπάλληλοι, λένε αυτό το πρόβλημα. Ή λιγότεροι ή δεν ξέρω τι άλλο, πολλές υπηρεσίες ή δεν ξέρω τι άλλο. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Είναι ότι δεν έχουμε καθαρό στο μυαλό μας αυτό το σχήμα. Άλλο το κράτος, άλλο η κοινωνία στη συνεργασία τους. Το Κράτος δίνει σκοπό και κίνηση. Η κοινωνία είναι ο συντελεστής του εκσυγχρονισμού του κράτους, της κοινωνίας. Το κράτος εκσυγχρονίζει την κοινωνία. Χωρίς το σύγχρονο κράτος, αργεί η κοινωνία, κωλώνει, δεν μπορεί να προχωρήσει, δεν έχει χρόνο. Γιατί; Γιατί δεν έχει το χρόνο του σκοπού. Επομένως, με την κατανόηση και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το μυστικό που δεν έχουμε αποκωδικοποιήσει τόσο καιρό και που βαραίνει. Με την αδυναμία να καταλάβουμε αυτό το φαινόμενο, δεν μπορούμε τελικά να προχωρήσουμε σε επιλογές ή να έχουμε την απαραίτητη πολιτική βούληση, για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Αυτό φαίνεται σε πάρα πολλά πράγματα της καθημερινής ζωής, της κοινωνικής μας ζωής και ούτω καθεξής. Ας πούμε, ένα Κράτος, το οποίο δεν έχει την έννοια του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας, θα φτιάξει ένα εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο θα αγνοεί αυτή την κινητικότητα. Δηλαδή, ένα εκπαιδευτικό σύστημα αναμασημάτων και απομνημονεύσεων. Ή αυτό που λέμε εκθέσεως ιδεών. Όταν πηγαίνουμε στην πρώτη ή δευτέρα ή τρίτη τάξη του Δημοτικού, μας μαθαίνουν να κάνουμε έκθεση ιδεών και μας λένε συνήθως, πώς περάσατε το Σαββατοκύριακο. Αυτό το παιδί που θα γράψει, θα γράψει γενικούρες και όταν θα γίνει 16  ετών, θα είναι έτοιμο για τις πιο απίθανες θεωρητικές φαντασιώσεις, τις οποίες βλέπουμε πια σήμερα, τις βιώνουμε σε κυβερνητικά επίπεδα.

            Δεν έχουμε ποτέ στο σχολείο βάλει ως θέμα εκθέσεως «Περιγράψτε το σακάκι του καθηγητή», δηλαδή «μάθετε να παρατηρείτε την πραγματικότητα». Στην πραγματικότητα όμως υπάρχει ο χρόνος. Στις ιδεοληψίες είναι αιωνιότητες. Γι’ αυτό έχουν μεγάλη επίδραση στις κοινωνίες οι ιδεοληψίες. Γιατί κολλάνε στις αιωνιότητες που έχουμε μέσα μας. Έχει μεγάλη σημασία να το αντιληφθεί κανείς. Επομένως, με αυτόν τον δρόμο που ανοίγει, με τη σύγχυση και την άγνοια της σχέσεως και των δεσμών των αμφοτέρων, κράτους και κοινωνίας, τι πετυχαίνουμε, να το πούμε έτσι πιο καθαρά. Ότι η συναισθηματική μας μερικότητα, η συναισθηματική μας ας πούμε συνθήκη ημών και των κοντινών μας προβάλλονται τελικά μέσα στην κοινωνία. Και το πρόβλημα της κοινωνίας μας σήμερα ποιο είναι; Ότι το συναίσθημα και τα επιμέρους συμφέροντα που εκπροσωπεί απολύτως φυσιολογικά, τα δικά μου και του ξαδέλφου μου και του αδελφού μου, κυριαρχούν επί του κοινού σκοπού.
         
Η κρίση λοιπόν μιας κοινωνίας που έχει κακή σχέση με το Κράτος είναι ότι ανοίγει δρόμους στη μερικότητα των συναισθημάτων να κατακλύσει και να θέσει εκ ποδών τον κοινό σκοπό. Επομένως, η κρίση του κράτους και της κοινωνίας πια είναι βαθιά. Το αποτέλεσμα ποιο είναι; Ότι δημιουργείται χώρος για την παθογένεια των ρουσφετιών και της αναξιοκρατίας και περαιτέρω, δημιουργείται ζωτικός χώρος για την ανομία. Η ανομία ισχύει όταν το συναίσθημα και η μερικότητά του κυριαρχήσουν επί του κοινού καλού. Που σημαίνει το εξής, για να κατακλύσουμε. Ότι είναι τα εσωτερικά μας Εξάρχεια που δημιουργούν τα εξωτερικά Εξάρχεια. Εκεί είναι το πρόβλημα. Είναι τα εσωτερικά μας «δεν πληρώνω» που δημιουργούν τα εξωτερικά μας «δεν πληρώνω».

            Άρα, η δουλειά πρέπει να γίνει σε ένα επίπεδο άλλης κατανοήσεως, άλλης αντιλήψεως, λιγότερο κραυγαλέας της πολιτικής και πιο ουσιαστικής αντιμετωπίσεως εις βάθος, λαμβάνοντας υπόψη προβλήματα ανθρωπολογικού χαρακτήρος και νοοτροπιών ενός λαού που έχει μια τέτοια ιστορία και ένα τέτοιο παρόν. Και για να κλείσω, το αίτημα του Συνεδρίου είναι να περάσουμε από το τέλμα στην ποιότητα. Από το τέλμα στην ποιότητα θα περάσουμε ακριβώς με επίγνωση αυτού του πράγματος και με δεδομένο ότι η ποιότητα, το τέλμα έχει να κάνει με αυτό το μπέρδεμα του Κράτους και της κοινωνίας και ότι η ποιότητα έχει να κάνει με τη δυνατότητα της αυτοπραγματώσεως του πολίτη σε μια συνθήκη καλής συνεργασίας κράτους και κοινωνίας, που περαιτέρω έχει μια σταθερή και αναλλοίωτη έκφραση. Δηλαδή, ότι μπορεί να εκφραστεί ακριβώς μέσα σε ένα πλαίσιο φιλίας της ελευθερίας, γνήσιου φιλελευθερισμού. Ευχαριστώ πολύ.

 

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ασαφής εναντίον ασαφών


 
 
 
 
 
 
Τις προηγούμενες ημέρες μια δήλωση της Νατάσας Μποφίλιου έγινε αντικείμενο κριτικής και ίσως χλευασμού. Βρίσκω τις αντιδράσεις υπερβολικές και άδικες . Η Μοφίλιου είναι μια καλλιτέχνιδα με δεδομένη ευρυχωρία εκφράσεων .Αν η Μποφίλιου μίλησε για βουνά και Τρότσκι και αξίζει μιας οξείας κριτικής τότε τι να πούμε για τον συνθέτη του ύμνου προς  την Γιάννα Αγγελοπούλου ;
 
 Τριάντα του μηνός λοιπόν /και των Τριών Ιεραρχών
ήρθε κομψή ή κυρα-Γιάννα/για να βαρέσει την καμπάνα
για να πυκνώσουν τις γραμμές μας/οι Αθηναίοι εθελοντές μας.

( Των Τριών Ιεραρχών» 30/1/02)
 
 Στο κάτω κάτω οι καλλιτέχνες έχουν «ποιητική άδεια».  Τι γίνεται όμως όταν ειδικοί της επιστήμονες της πολιτικής καταθέτουν με τον πιο επίσημο τρόπο κείμενα σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και οι απόψεις τους έχουν ενδιαφέροντα λογικά κενά και εκκεντρικότητες;
Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών ένα άρθρο του καθηγητή και υπεύθυνου για την αναθεώρηση του Συντάγματος Μ.Σπουρδαλάκη  με τίτλο «Η δημιουργική ασάφεια (;) της Κεντροαριστεράς» (πηγή)
 
 Στο κείμενο αναπτύσσεται μια ολοκληρωμένη  κριτική αποτίμηση της ονομαζόμενης «Κεντροαριστεράς» για τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η κριτική έχει τρεις βασικές αιχμές
·      Ασάφεια θεωρητικής κατεύθυνσης και έλξη από τις «νεοφιλελεύθερες» απόψεις
·      Ασάφεια κοινωνικών αναφορών, απόσταση από τις λαϊκές τάξεις και επικέντρωση στα μεσαία στρώματα
·      Ασάφεια οργανωτικών μορφών πολιτικής λογοδοσίας και διόγκωση των δράσεων μέσω του κράτους και των μηχανισμών εξουσίας
 
Η κριτική διευρύνεται και στα πεπραγμένα της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς» είτε ως κυβέρνησης είτε ως λυμφατικής αντιπολίτευσης είτε ως πρωτοβουλία αναδιοργάνωσης .Το κείμενο  έχει ενδιαφέρον γιατί η οπτική του είναι από τα «αριστερά» . Η κριτική γίνεται γιατί η ονομαζόμενη «Κεντροαριστερά» έχει εξοκείλει προς τα δεξιά. Όμως αυτή η οπτική του συντάκτη , καθορίζει την ποιότητα της κριτικής και την λογική συνοχή της. Μάλιστα η ιδιότητα του ΜΣ ως μέλος του Σύριζα χρωματίζει την κριτική αυτή περαιτέρω.
 
Είναι πολύ ενδιαφέρον πως αφού, ο συντάκτης έχει αναπτύξει με ενδελέχεια την ασάφεια της ονομαζόμενης «Κεντροαριστεράς» ,στην κατακλείδα του άρθρου του αποφαίνεται πως η ριζοσπαστική αριστερά δεν έχει απάντηση στο ερώτημα για        « τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού στην σημερινή φάση» .Μα αν ο συντάκτης δεν έχει απαντήσει στο ερώτημα τότε πως απαιτεί από το ιστορικά υβριδικό ρεύμα να είναι σαφές. Ο ΜΣ εκκινεί από την δική του ασάφεια για να διερευνήσει την ασάφεια των πολιτικών του αντιπάλων. Μα αν υπάρχει τέτοια θεμελιακή αδυναμία από πια θέση γίνεται η κριτική; Μια κριτική προϋποθέτει ένα ελάχιστο θέσεων και πεποιθήσεων ως βάση για τον έλεγχο. Αν ο ΜΣ δεν έχει ιδέα για τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού τότε είναι υπόλογοι η Φώφη και ο Λαλιώτης ;
 
Ο συντάκτης όμως δεν σταματά εδώ . Έχει μερικές ενδιαφέρουσες συσχετίσεις
 
Σύμφωνα  με την ανάλυση του η ήδη εκφυλισμένη «Κεντροαριστερά» μετά από μια εικοσαετία διακυβέρνησης σε απόσταση από τις κοινωνικές ιστορικές αναφορές της διαχειρίστηκε την οικονομική κρίση με «ευκολία»   
 
Γράφει λοιπόν:
Οταν το τσουνάμι της παγκόσμιας κρίσης έφτασε στη χώρα μας και θρυμμάτισε τη βιτρίνα της «ισχυρής Ελλάδας», η Κεντροαριστερά, έχοντας την κυβερνητική ευθύνη, δεν σκέφτηκε καν να προτείνει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, κάτι που ιστορικά ανήκει στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση. Ετσι, στράφηκαν στην «ευκολία» των μνημονίων εξακολουθώντας να περιμένουν κοινωνική συναίνεση μέσα από τη μιντιακή αποτελεσματικότητα και τις διαδικασίες ενοχοποίησης του «μαζί τα φάγαμε».
Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη :
 
Ενώ η λεγόμενη «Κεντροαριστερά» όντας αδρανοποιημένη ως εικοσαετές κρατικό μόρφωμα δεν πρότεινε  κοινωνικό συμβόλαιο πριν καταφύγει στα μνημόνια , η ριζοσπαστική αριστερά  αντιθέτως, έχοντας ήδη μια τετραετία κινηματικής και θεωρητικής προετοιμασίας,  πρότεινε ένα  κοινωνικό συμβόλαιο ( πρόγραμμα Θεσσαλονίκης……) και δεν κατέφυγε καθόλου εύκολα στα μνημόνια ( μόνο μετά από δέκα μέρες από το δημοψήφισμα…….) ενώ στο τέλος κατοχύρωσε το συμβόλαιο αυτό με την βοήθεια των ΝΔ, Πασοκ, Ποτάμι, ΕΚ. Αν δεν πρόκειται για οξεία βιτριολική υπαινικτική κριτική προς τον Συριζα (από τα αριστερά) , ή για λογική ανακολουθία ,πρόκειται για μια εξαιρετική κατάθεση μαύρου χιούμορ μορφοποιημένου ως κείμενο κριτικής.
 
Το πρόβλημα δεν είναι προφανώς οι σοφιστείες των κρατικών διανοούμενων της εξουσίας. Το πρόβλημα είναι πως ο δημόσιος λόγος εκτραχηλίζεται σε μια συνθήκη «anything goes».  Μετά την πρωτοφανή επέλαση βαρόνων ( Μαρινάκη, Σαββίδη κλπ ) την παραλυτική συνθήκη στην τηλεόραση ,σιγά δημιουργείται μια έρημος στοιχειώδους επικοινωνίας και ελέγχου. Λέγεται και διακινείται οτιδήποτε χωρίς έλεγχο και διάλογο. Με αυτή την ελευθερία της απομόνωσης μπορεί και ο ΜΣ να ιχνογραφεί την ασάφεια της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς» όντας ο ίδιος απόλυτα ασαφής και χιουμορίστας.
  
H δημιουργική ασάφεια (;) της κεντροαριστεράς
Μιχάλης Σπουρδαλάκης
Η κατά γενική ομολογία σχετικά μικρή δυναμική του εγχειρήματος της Κεντροαριστεράς δεν εμπόδισε το μιντιακό σύστημα να του αφιερώσει δυσανάλογα πολύ χώρο. Οι σκοπιμότητες είναι προφανείς και κατανοητές.
Επί πλέον στις σχετικές αναλύσεις η επιτυχία του εγχειρήματος προεξοφλείται από τον «μεγάλο» (;) αριθμό όσων ψήφισαν για την εκλογή αρχηγού, χωρίς φυσικά να αναρωτιέται κανείς αν αυτό ήταν αποτέλεσμα κινητοποίησης μηχανισμών ή αυθεντικό ενδιαφέρον πολιτών. Πέρα όμως από αυτά, πολύ λίγος χώρος έχει δοθεί στην ανάλυση του ιδεολογικοπολιτικού στίγματος και άρα της προοπτικής του νέου φορέα ή ακόμη στην απλή αποσαφήνιση του περιεχομένου της Κεντροαριστεράς.
Με δεδομένο ότι η Κεντροαριστερά αποτελεί ένα πολιτικό και ιδεολογικό υβρίδιο, το τελευταίο θα έπρεπε να είναι αυτονόητα αναμενόμενο. Η Κεντροαριστερά δεν είναι μια άνευ περιεχομένου κίνηση, όπως ίσως λίγο βιαστικά συμπεραίνουν ορισμένοι.
Η Κεντροαριστερά δεν αποτελεί απλά μια κίνηση τακτικής, έναν ελιγμό είτε της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς να διεισδύσει σε γειτονικούς πολιτικούς χώρους και να διευρύνει τη συναίνεσή της, είτε μερίδας παραδοσιακής Αριστεράς που αναζητά να αναβαθμίσει τον ρόλο της στη δυναμική που ανοίγει το παιχνίδι της διακυβέρνησης.
Πολιτικοί όροι, έννοιες, ακόμη και ιδέες προσδιορίζονται, αποκτούν περιεχόμενο και παράγουν πρακτικές / ιστορικές συνέπειες και εν τέλει διεκδικούν την προοπτική τους όχι εν κενώ αλλά πάντα τόσο στο πλαίσιο της ιστορικής τους διαδρομής όσο και από τις συνθήκες της συγκυρίας.
Η Κεντροαριστερά του 1960 και η μετεξέλιξή της τις δύο πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης, για παράδειγμα, αποτελούσε ένα μοναδικό, και ίσως παγκόσμιας πρωτοτυπίας, πολιτικό υβρίδιο.
Είχε προκύψει από την κοινή προσπάθεια του πολιτικά φιλελεύθερου κινήματος του Κέντρου από τη μια και της Αριστεράς από την άλλη για εφαρμογή των κανόνων του κράτους δικαίου στο καθεστωτικό πλαίσιο, που καθορίζονταν τόσο από το ψυχροπολεμικό κλίμα όσο και από το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου.
Η Κεντροαριστερά της δεκαετίας του 1960 στόχευε στην εισαγωγή θεσμικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες και την ομαλή «είσοδο των μαζών στην πολιτική» θα εξασφάλιζαν και στον εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής της χώρας θα συνέβαλλαν. Τα αποτελέσματα αυτού του υβριδικού «κινήματος» ήταν αποκαλυπτικά και διδακτικά.
Αφού και στην αμφισβήτηση του κομματικού συστήματος οδήγησε, και την ανανέωση των μεθόδων πολιτικής κινητοποίησης σε μεγάλο βαθμό επέτυχε και τέλος φυσικά την ομαλή, «ελεγχόμενη» και άνευ «κινδύνων» διατήρηση του δεδομένου συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων εξασφάλισε.
Ωστόσο, η ρητορική του εγχειρήματος της Κεντροαριστεράς της δεκαετίας του 1960 και κυρίως οι πρακτικές της πολιτικής της κινητοποίησης συνέβαλαν στη δημιουργία μιας διακριτής αριστερόστροφης ριζοσπαστικής πολιτικής κουλτούρας, ιδιαίτερα μετά την πτώση της δικτατορίας. Μιας κουλτούρας που τροφοδότησε τη δυναμική αντι-δικτατορική αντίσταση και στη συνέχεια οδήγησε στη συγκρότηση της μεταπολιτευτικής Αριστεράς.
Ετσι, η Κεντροαριστερά της Μεταπολίτευσης ήταν σαφώς προσανατολισμένη προς τα αριστερά. Συνέβαλε στην αναδόμηση του κομματικού συστήματος, τον εκδημοκρατισμό της κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης και οδήγησε τις δυνάμεις αυτές στην εξουσία (ΠΑΣΟΚ).
Οι αντινομίες, αντιφάσεις, υπερβολές της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980, η είσοδος νέων σημαντικών παικτών στη δυναμική του πολιτικού συστήματος, η σύντομη παρουσία της Νέας Δημοκρατίας και η αποτυχία της να προσαρμόσει με αποτελεσματικό τρόπο τις κρατικές πολιτικές στην κατεύθυνση του επικρατούντος νεοφιλελευθερισμού, επανέφερε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ μαζί με την εκσυγχρονιστική ρητορική και στρατηγική η οποία και ανανέωσε το κάλεσμα της Κεντροαριστεράς.
Ομως, η Κεντροαριστερά της δεκαετίας του 1990 και των πρώτων ετών του αιώνα μας δεν έχει καμιά σχέση με το περιεχόμενο και την πολιτική του κεντροαριστερού εγχειρήματος των δεκαετιών 1960-1980. Δεν είναι μόνο οι προφανείς τακτικές και στρατηγικές διαφορές ή το εντελώς διαφορετικό διεθνές περιβάλλον ανάμεσα στις δύο εποχές αλλά κυρίως το όλον του αστερισμού ζητημάτων, εννοιών και οργανωτικών πρακτικών. Τέτοιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στην Κεντροαριστερά του 1960 και εκείνη του 1990-2000 που δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστηρίζαμε ότι μόνο κατ’ όνομα μοιάζουν.
Ο τρόπος που ρητά, σιωπηρά ή συμβολικά κατανοούσε τη θέση της στον πολιτικό ανταγωνισμό, οι κοινωνικές της αναφορές μέσα από τις οποίες στήριξε τη στρατηγική του εκσυγχρονισμού, η αντίληψή της για τις διαιρετικές τομές της περιόδου και τέλος η οργανωτική πρακτική που ακολουθήθηκε είναι μερικά σημαντικά πεδία που επιβεβαιώνουν την παραπάνω παρατήρηση. Η Κεντροαριστερά του εκσυγχρονισμού δεν διέφερε από την Κεντροαριστερά της δεκαετίας του 1960 μόνο πολιτικά και ιδεολογικά. Σηματοδότησε και μια σημαντική μετατόπιση προς τα δεξιά. Ετσι, σε αντίθεση με την τελευταία, λειτούργησε ως παράγοντας και γέφυρα προς την ηγεμονική εμπέδωση του νεοφιλελευθερισμού.
Το επίτευγμα αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς από συστηματικές ασάφειες στη ρητορική και την πολιτική πρακτική της Κεντροαριστεράς, που υλοποίησε το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της περιόδου:
  • α) Μια ιδιάζουσα ασάφειά της είχε να κάνει με την άρνησή της να δείξει ποια από τις δύο μεγάλες παραδόσεις της Αριστεράς αποτελούν την αφετηρία της αριστερής της νομιμοποίησης. Οι πολλαπλών καταβολών θεωρητικοί, που συνωστίζονταν στο ρεύμα αυτής της περιόδου, δεν κουράστηκαν να μας «θυμίζουν» ότι οι διακρίσεις ανάμεσα στις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς ξεπεράστηκαν αυτόματα μετά το 1989 και την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μάλιστα, την ίδια περίοδο η οργανική διανόηση της Κεντροαριστεράς, ενώ φαίνεται να εμπνέεται από τεχνοκρατικές αναλύσεις νεοφιλελεύθερης θεμελίωσης, αποφεύγει προκλητικά κάθε φωνή που αναφέρεται στην κριτική παράδοση μαρξιστικής ή άλλης ριζοσπαστικής έμπνευσης.
  • β) Ασάφεια επικρατεί και με τις κοινωνικές αναφορές της Κεντροαριστεράς. Κοινωνικές αναφορές που κατασκευάζονται πολιτικά ως «μεσαίος χώρος». Ο χώρος δηλ. που αποτελείται από το τμήμα εκείνου των πολιτών που έδειχνε τάσεις αποστασιοποίησης από την πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική κληρονομιά, που διαμόρφωσε το σύστημα κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης της Μεταπολίτευσης. Οι στάσεις αυτές, υπογραμμίζονταν πολύ συχνά, «έκοβαν εγκάρσια» όλες τις κομματικές παραδόσεις. Κατά συνέπεια ο «μεσαίος χώρος», αν και ορισμένος αρνητικά και με πολιτικούς όρους, κατασκεύαζε μια κοινωνική αναφορά και οιονεί συμμαχία όπου κανείς μπορεί να «ανήκει» χωρίς όμως και να ταυτίζεται με αυτόν. Η ρητορική που παρακολουθούσε την πολιτική κατασκευή του κοινωνικού μεσαίου χώρου πρόβαλε την άνευ όρων και ορίων επιλογή του «ατομικού». Παράλληλα έδινε έμφαση σε πρωτοβουλίες της «κοινωνίας των πολιτών», οι οποίες σε αντιπαράθεση με τους θεσμούς πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης (κόμματα, συνδικάτα, Τοπική Αυτοδιοίκηση) θεωρούνταν ικανές, με τη συνδρομή ειδικών, να επιλύουν τα προβλήματα της «καθημερινότητας» μακριά από κρατικούς θεσμούς. Με δεδομένη την ηγεμονία υποδείγματος και την αντίστοιχη συρρίκνωση της ιδεολογικής παρουσίας της Αριστεράς η μετατόπιση της προς τα δεξιά ήταν σχεδόν υποχρεωτική.
  • γ) Η παραπάνω ασάφεια συνέβαλε αποφασιστικά στην αυτονόμηση της πολιτικής από κοινωνικούς ανταγωνισμούς και διαιρετικές τομές. Μάλιστα, η πολιτική χωρίς αναφορά σε κοινωνικά υποκείμενα οδήγησε σε ασάφειες και αυθαίρετες πρακτικές και στην οργάνωση του κόμματος. Οι όποιες διαδικασίες λογοδοσίας παραγκωνίστηκαν και οι ουσιαστικές, συμμετοχικές, δημοκρατικές δυνατότητες των πολιτών έγιναν ανεπιθύμητες εξαιρέσεις. Ετσι, πέρα από τους δομικούς περιορισμούς του κράτους και των διεθνών δεσμεύσεων, η Κεντροαριστερά αυτής της περιόδου κατέφυγε σε πολιτικές τεχνοκρατικής έμπνευσης και εφαρμογής, γεγονός που μετέτρεπε τους πολίτες σε παθητικούς τηλεοπτικούς παρατηρητές.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στη λεγόμενη «καρτελοποίηση» του ηγεμονικού φορέα του χώρου (ΠΑΣΟΚ), ο οποίος με τη σειρά του συνέβαλε αποφασιστικά στην περιχαράκωση του πολιτικού ανταγωνισμού εντός του πλαισίου των δεδομένων πολιτικών του κράτους. Καθώς το κομματικό σύστημα αποτελείτο πλέον από «κόμματα του κράτους», κόμματα δηλ. που η νομιμοποιητική τους βάση είναι η ικανότητα εφαρμογής δεδομένων πολιτικών και όχι η ικανότητα αντιπροσώπευσης κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτικό επίπεδο, η στρατηγική της Ν.Δ. για «επανίδρυση του κράτους» ήταν απολύτως η λογική της συνέχεια.
Κατά συνέπεια, η τρίτη φάση της Κεντροαριστεράς, η Κεντροαριστερά της κρίσης, είχε να διαχειριστεί ένα πλήρως κρατικοποιημένο και υπό οργανωτική σύγχυση κόμμα. Μια και στο επίπεδο των πολιτικών η πολιτική και ιδεολογική διαφοροποίηση δεν ήταν τόσο εύκολη επιχειρήθηκε μια μόχλευση των διαδικασιών εκδημοκρατισμού και συμμετοχής των πολιτών στις κομματικές διαδικασίες.
Οι πρωτοβουλίες εισαγωγής νέου τρόπου ανάδειξης ηγεσίας, η χρήση του διαδικτύου ως πανάκεια στο οργανωτικό πρόβλημα οδήγησαν στην εισαγωγή νεωτερικών πρακτικών, που ωστόσο πέρα από τον αρχικό εντυπωσιασμό δεν επέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οταν το τσουνάμι της παγκόσμιας κρίσης έφτασε στη χώρα μας και θρυμμάτισε τη βιτρίνα της «ισχυρής Ελλάδας», η Κεντροαριστερά, έχοντας την κυβερνητική ευθύνη, δεν σκέφτηκε καν να προτείνει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, κάτι που ιστορικά ανήκει στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση.
Ετσι, στράφηκαν στην «ευκολία» των μνημονίων εξακολουθώντας να περιμένουν κοινωνική συναίνεση μέσα από τη μιντιακή αποτελεσματικότητα και τις διαδικασίες ενοχοποίησης του «μαζί τα φάγαμε». Επιλογή που οδήγησε σε πρωτόγνωρες και ανοίκειες κυβερνητικές συμμαχίες. Συμμαχίες που η Κεντροαριστερά των δεκαετιών 1960-1980 δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί, ενώ ακόμη και η Κεντροαριστερά των «εκσυγχρονιστών» θα είχε δυσκολίες να πραγματοποιήσει.
Τα τραγικά αποτελέσματα για τον πάλαι ποτέ προοδευτικό και αριστερό χώρο είναι γνωστά: η διαλυτική συρρίκνωση. Διαλυτική συρρίκνωση που δημιούργησε ένα νέο περιγραφικό όρο για την παγκόσμια επιστημονική και δημοσιογραφική κοινότητα: «ΠΑΣΟΚοποίηση».
Μικρές ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις (Βενιζέλος), διασπάσεις (ΚΙΔΗΣΟ), συνεργασίες (ΔΗΣΥ) ή ακόμη και πρωτοβουλίες νέων κομμάτων, που παρά την αρχική άρνησή τους εντάσσονται έστω και όψιμα στο σημερινό εγχείρημα (Ποτάμι) δεν έχουν καταφέρει, και κατά την άποψή μου μόνο δεν μπορεί, να ανασυγκροτήσουν τον χώρο.
Η κοινωνική και η πολιτικοϊδεολογική μετατόπιση της Κεντροαριστεράς του εκσυγχρονισμού προς τα δεξιά δεν διέρρηξε μόνον τους δεσμούς με τα κοινωνικά εκείνα στρώματα που στήριξαν την πορεία της, αλλά και ακύρωσε τον «αντι-δεξιό» της χαρακτήρα, ο οποίος αποτελεί το γενετικό ιδεολογικό στίγμα της «κεντροαριστερής» παράταξης.
Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αμφιβολία ως προς τον μελλοντικό προσανατολισμό του φορέα που θα προκύψει. Προσανατολισμός που δεν μπορεί παρά να είναι αποκλειστικά στραμμένος προς τη Ν.Δ. Η άρνηση της ψήφισης της απλής αναλογικής, καθώς και η απόρριψη σχεδόν κάθε μεταρρυθμιστικής πρότασης που προέρχονταν από την κυβερνητική πλειοψηφία, ακόμη και όταν αυτό αφορούσε ατομικά δικαιώματα (ταυτότητα του φύλου), η φετιχοποίηση των «μεταρρυθμίσεων» χωρίς ποτέ να απαντάται η κλασική για τη σοσιαλδημοκρατία ερώτηση «ποιος ωφελείται;».
Αλλά και η δήλωση Ανδρουλάκη ότι η πρώτη του ενέργεια στη Σοσιαλιστική Διεθνή θα είναι πρόταση ακύρωσης του status παρατηρητή του πρωθυπουργού δεν νομίζω να αφήνουν κάποια αμφιβολία για τον παραπάνω ισχυρισμό.
Η σύνδεση με τον κόσμο της εργασίας και η στήριξη πολιτικών κοινωνικού κράτους, οι δημοκρατικές θεσμικές τομές και η επέκταση του κράτους δικαίου, το αίτημα της ισότητας καθώς και η έμπρακτη ανοχή και στήριξη ριζοσπαστικών πολιτιστικών πρωτοβουλιών, που αποτέλεσαν τα βασικά στοιχεία ταυτότητας της σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας στην οποία διατείνεται ότι ανήκει και η σημερινή Κεντροαριστερά, μόνο ως ανάμνηση μπορεί πλέον να της αποδοθούν.
Θα μπορούσε φυσικά κανείς να θέσει και πιο δύσκολα ερωτήματα τόσο για τις δυνατότητες του εξανθρωπισμού του καπιταλισμού στη σημερινή φάση; Ή τι μπορεί να σημαίνει το σύνθημα του «μένουμε Ευρώπη», όταν διαπιστώνεται κάθε μέρα, όπως εύστοχα έχει λεχθεί, ότι σε κάθε χώρα των 28 υπάρχει ένα ισχυρό «Brexit»; Ή αν είμαστε κριτικοί στην υπάρχουσα κοινωνική οργάνωση ποια κατεύθυνση και περιεχόμενο μπορεί να έχει η «άλλη», οραματική μας επιδίωξη;
Φυσικά, για να είμαστε δίκαιοι, τέτοια ερωτήματα αφορούν και άλλες πολιτικές δυνάμεις με σαφέστερο ριζοσπαστικό, αριστερό στίγμα και πρακτική. Και θα πρέπει να απαντηθούν ώστε ο βολονταρισμός και η γενικολογία της σημερινής Κεντροαριστεράς να μη συμβάλει στον ευτελισμό της πολιτικής αντιπαράθεσης και στη διαμόρφωση ενός συστήματος «μετα-αλήθειας».
Ενός συστήματος όπου αντί επιχειρημάτων και προτάσεων πολιτικών θα κυριαρχείται από συναισθήματα, των οποίων η επιβεβαίωση και η αναπαραγωγή θα
 

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Αναβλητικό, αμήχανο ,δυσάρεστο σήμερα


 
Το «Ιερό Ελάφι»  επιβεβαίωσε ότι ο Λάνθιμος έχει πλέον ένα δικό του κινηματογραφικό κόσμο.

 Στον κόσμο αυτό αναδύονται χαρακτήρες «ντρεσαρισμένοι» , «θωρακισμένοι» με λιτή και ελεγχόμενη εκφραστικότητα οι οποίοι εγκλείονται σε αυστηρές  δομές ( Κυνόδοντας-Οικογένεια, Άλπεις -Εταιρεία, Αστακός -Κοινότητα) .Με ένα σχεδόν πανομοιότυπο δραματουργικό τέχνασμα ο Λάνθιμος μπόρεσε να αναδείξει πως αυτοί οι «εγκιβωτισμένοι» ανθρώπινοι τύποι έχουν ένα κατώφλι δραματική ρήξης το οποίο υπερβαίνουν όταν αμφισβητήσουν τους κανόνες της ομάδας. Η  συγκίνηση που εκλύεται από την ρήξη αυτή συνιστά και το μοναδικό στοιχείο των ταινιών του.

Όμως στο «Ιερό Ελάφι» ο Λάνθιμος διαστέλλει το τέχνασμα του : η αυστηρή δομή δεν υπάρχει , όλα είναι φυσικά ( οικογένεια, κλινική) αλλά δημιουργείται ένα αφόρητο δίλημμα στο οποίο οι κλασσικές θωρακισμένες φιγούρες του εμπλέκονται με τραγικό τρόπο. Ο κινηματογραφικός κόσμος είναι εκκεντρικός , ερεθιστικός όπως και στις προηγούμενες ταινίες , αλλά η κορύφωση του τραγικού διλήμματος λύνεται με ένα σχεδόν αφελή , κωμικοτραγικό τρόπο : το Ιερό Ελάφι παραπέμπει στην μοναδική σκηνή της ρωσικής ρουλέτας του Ελαφοκυνηγού.

Ο Λάνθιμος οργανώνει την τραγική ίντριγκα , κορυφώνει την ηθική αναζήτηση και τελικά παραπέμπει την λύση σε μια ανοργάνωτη τυχαιότητα. Έτσι  ο επινοημένος αισθητικός κόσμος του Λάνθιμου, που στις προηγούμενες ταινίες παρήγαγε κορυφαίες δραματικές ρήξεις,  εκκενώνεται από οποιαδήποτε δραματικό περιεχόμενο και χάσκει  απορημένος , αμήχανος στην καταληκτική σκηνή της ταινίας.

Είναι ενδιαφέρον ότι την ίδια περίοδο ο Βούλγαρης παρουσιάζει έναν κινηματογραφικό ιστορικό κόσμο όπου το ηθικό δίλημμα αναλαμβάνεται και λύνεται απόλυτα μέσω μιας πραγματικής θυσίας.

Οι δύο ακραίες μορφές ανάληψης ή μη ανάληψης ευθύνης , όπως παρουσιάστηκαν στις δύο ταινίες έχουν μια ενδιαφέρουσα συνάφεια με την συγκυρία, καθώς παρουσιάζουν δύο εκδοχές του παρόντος . Από την μια απόλυτη αισθητικοποίηση που τελικά δεν λύνει τίποτα  και αναβάλει και από την άλλη μια καταβύθιση στο ηρωικό  παρελθόν των διαυγών διλημμάτων των λαμπερών αποφάσεων.

Ο Σεφέρης είχε αποφανθεί

Μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν

Αυτό το «βάρος»  γίνεται το αισθητικό επίδικο ενός θανάτου.

Οι φίλοι που «δεν ξέρουν» καθυστερούν επιβραδύνουν , αναβάλουν . Η Ποιητική του Σεφέρη είχε διαστείλει  την αναμονή του θανάτου και είχε απονείμει την μομφή στους φίλους με αυτό το μοναδικό «πιά». Οι φίλοι δεν ξέρουν «πια» , δεν ξέρουν ενώ ίσως έπρεπε να ξέρουν. Το «πια» αποκαλύπτει ένα χρόνο διεσταλμένο , ένα βίωμα που δεν ωριμάζει . Το αισθητικό και βιωματικό στίγμα που καταθέτει ο Λάνθιμος , παρά την τεχνικά επίκαιρη απεικόνιση του υστερεί σε σχέση   με την  μοναδική , υπέρτερη «σκληρότητα» του Σεφέρη. Έτσι  το «Ελάφι» αναδεικνύει και συμπυκνώνει το «βάρος»  γοητεύει τη κινηματογραφική κριτική , αλλά εγκλωβίζεται στο δικό του «πια». Ο τρόπος που λύνει το κορυφαίο ηθικό δίλημμα , μέσω της ρουλέτας του «Ελαφοκυνηγού» αποκαλύπτει ένα ανώριμο βίωμα που δεν ολοκληρώνεται , αναδύεται ένα ενοχλητικό «πια» της άγνοιας.

Τυχαιότητα στην ανάληψη της ευθύνης , βίωμα χωρίς μεταβολή, είναι τα υλικά της εποχής. Με αυτά μπορεί να ανακυκλώνεται ένα αισθητικό και φιλοσοφικό σύμπαν δημιουργώντας  στροβίλους και υλικά επικοινωνίας και επιτυχίας. Η άλλη πλευρά είναι η καθαρή ευθύνη ,που όμως στην περίπτωση του Βούλγαρη ανυψώνεται τόσο πολύ , γίνεται τόσο ρομαντική ώστε σε καθηλώνει με την απόσταση της. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πάσης φύσεως διαχειρίσεις που ορθολογικοποιούνται εκ των υστέρων με τις πιο ιδεολογικές εξηγήσεις  αποπνέουν αυτό τον ατμό της αναβολής, της τύχης , της λατρείας της συγκυρίας ενώ οι καθαρές ηθικές αποφάσεις μόλις γειώνονται από το ιστορικίστικο ρομαντικό τους βάθρο καταλήγουν σε στυγερές βαναυσότητες , αιμοδιψείς τρομοκρατίες.
Το «Ελάφι» του Λάνθιμου μέσα στην εικαστική του αρτιότητα εκφράζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το αναβλητικό, αμήχανο δυσάρεστο σήμερα